Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

«ΑΞΕΧΑΣΤΗ ΠΑΣΧΑΛΙΑ»

Διήγημα για παιδιά 
της Γαλάτειας Γρηγοριάδου - Σουρέλη.




    Θυμάμαι σαν τώρα εκείνο το Πάσχα. Θυμάμαι σαν τώρα εκείνο το αβγό. Το είχα διαλέξει με προσοχή. Εκατό αβγά έφερε σπίτι ο πατέρας μου, κι όλα ένα ένα πέρασαν από τα μπροστινά μου δόντια. Γιατί εκεί δοκίμαζαν την αντοχή τους. Από το τσακ τσακ που κάνανε καταλάβαινα πως τα’ αβγό είναι ψιλόφλουδο, έτοιμο να σπάσει ή γερό, χοντρόφλουδο, σίδερο σωστό. Βέβαια, ένα αβγό φαίνεται κι από το σχήμα του αν κάνει για να σπάσεις όλων των άλλων τα αβγά. Είναι μακρουλό και καταλήγει σε μια μύτη που φωνάζει από μακριά : «Ε! πιτσιρικά, εμπιστέψου σε μένα. Θα νικήσουμε όλα τα αντίπαλα … αβγά της γειτονιάς!» 

    Όταν λοιπόν ήρθαν τ’ αβγά, άρχισα το ψάξιμο για κείνη τη μύτη. Από τα εκατό αβγά μονάχα είκοσι είχαν το σημάδι της νίκης. Εγώ όμως για να μην αδικήσω κανένα αβγό – δε θέλω να πουν πως έχω προκαταλήψεις – τα δοκίμασα όλα, στα μπροστινά μου δόντια. Τσακ τσακ – τσικ τσακ. Τα είκοσι ξεχώρισαν. Βέβαιη πια πως δεν κάνω καμιά αδικία σε βάρος αβγού, άρχισα να ξαναεξετάζω τα είκοσι εκλεκτά, βάζοντας στη μπάντα τα υπόλοιπα. Στην τελευταία επιλογή έμεινε το ένα, με μύτη που φως φανάρι θα μου χάριζε τη νίκη στο πασχαλιάτικο τραπέζι. Έχετε δει μοναχοπαίδι πώς το κανακεύουν; Έχετε δει πώς βασιλόπουλο χαϊδεύεται στα πούπουλα; Έτσι ακριβώς είχα τα αβγό μου. Το ‘ βαλα σε μπαμπάκια, το’ βαλα μετά μαζί με τα μπαμπάκια στο ψυγείο και ρώτησα τη μάνα μου. 

- Πότε θα βάψουμε το αβγό; 
- Τα αβγά θα τα βάψουμε την Πέμπτη, που γι’ αυτό τη λέμε και κόκκινη Πέμπτη. 
- Δε ρώτησα για τα ενενήντα εννιά, είπα ανυπόμονα, ρωτώ για το δικό μου, το ένα αβγό. 
- Μαζί με τ’ άλλα θα βαφτεί και αυτό. 
- Μαζί με τ’ άλλα; έφριξα. Μόνο του, ολομόναχο, να’ χω την έγνοια του να πετύχει στο χρώμα, να πετύχει στο σφίξιμο, μην τύχει και γίνει νερουλό! 
- Τότε πρέπει να βάψεις πασχαλιάτικο αβγό σε … μπρίκι! ήταν η σειρά της μητέρας μου να φρίξει. 
- Σε μπρίκι λοιπόν! αποφάσισα. 

     Έτριψα το μπρίκι μέχρι που καθρεφτιζόμουνα, έπλυνα το αβγό μου μέχρι που ‘γινε χιόνι, ανακάτεψα την κόκκινη μπογιά, λέρωσα νεροχύτη, πλακάκια, μπλούζα μου, κόκκινες πιτσιλιές σαν να’ βγαλα την ιλαρά, γέμισε το πρόσωπό μου, τα χέρια μου γαντοφορέθηκαν με κόκκινα γάντια, πάντως η μπογιά ανακατεύθηκε. Και μ’ ένα κουτάλι έβαλα προσεκτικά το αβγό μέσα στο μπρίκι με την κόκκινη μπογιά. 

- Πόσα λεπτά πρέπει να βράσει; ρώτησα τη μητέρα μου, που βλέποντας όλο εκείνο το κατακόκκινο χάλι της κουζίνας μας, είχε αρχίσει κιόλας να … βράζει. 
- Δέκα λεπτά. 
- Να φέρω το ρολόι. 
- Όχι να γίνει και το ρολόι κόκκινο! Το φέρνω εγώ, ούρλιαζε η μητέρα μου. Δέχτηκα την εξυπηρέτηση. Στύλωσα τα μάτια μου στους λεπτοδείκτες και περίμενα. 

     Ξέρετε πόσο λοιπόν είναι δέκα λεπτά; Είναι κάτι πάρα πολύ δύσκολο να σας εξηγήσω τι είναι δέκα ολόκληρα λεπτά. Χρόνια να’ ταν θα’ χε περάσει γρηγορότερα. Μέχρι που ανησύχησα. 

- Λες να σταμάτησε το ρολόι; ρώτησα έντρομη τη μάνα μου. 
- Όχι, με καθησύχασε εκείνη. Πάψε όμως να σκέφτεσαι τα δέκα λεπτά. Κάνε κάτι άλλο κι η ώρα θα περάσει γρήγορα. 
- Να κάνω κάτι άλλο και να εγκαταλείψω μόνο του το αβγό μου; 

    Αγανάκτησα. Ένιωσα σαν τη μάνα που της λένε να εγκαταλείψει το μικρό της στους πέντε δρόμους. 
Η μάνα μου φαίνεται πως απελπίστηκε, αναστέναξε και βγήκε απ’ την κουζίνα. Στα πέντε λεπτά κόχλαζε τα’ αβγό μου, στα εφτά λεπτά ξεχύθηκαν τα κόκκινα νερά από το μπρίκι στο άσπρο εμαγιέ της κουζίνας, λέρωσε, όπως χυνόταν αφρισμένο, τα υπόλοιπα πλακάκια και την κουρελού που είχαμε κάτω. Έκθαμβη παρακολουθούσα το κόκκινο νερό να γεμίζει τον τόπο. Δεν τα σκούπιζα όμως. Τα μάτια μου όλο αγωνία ήταν στυλωμένα μια στο ρολόι, μια στο μπρίκι με το νερό, μη λιγοστέψει πολύ το νερό, κι άντε να βράσει μετά καλά το αβγό σου! 

     Στα δέκα λεπτά είχα ένα καταλερωμένο μπρίκι με κάτι υποψίες νερού και ένα αβγό κατακόκκινο σαν το λειρί πετεινού, με μια μύτη αιχμηρή, καβγατζίδικη, μύτη … ελπιδοφόρα. 

      Με βρεγμένο λαδόπανο το γυάλισα και το τοποθέτησα σε ξεχωριστή πιατέλα. Περίμενα πια ανυπόμονα το Πάσχα, τη μάχη των αβγών, τη βέβαιη νίκη μου. Είχα κουβαλήσει το αβγό στην εκκλησία. Στο ένα χέρι η λαμπάδα στο άλλο χουφτιασμένο μαλακά, τρυφερά το αβγό μου. 

«Δεύτε λάβετε φως!» 

    Άναψα τη λαμπάδα μου και περίμενα πια το «Χριστός Ανέστη»!!! Οι καμπάνες παλαβωμένες απ’ τη χαρά την αναστάσιμη, χτυπούσαν νταν νταν νταν νταν, τα βαπόρια – γιατί θάλασσα έχει η πατρίδα μου – σφύριζαν χαρούμενα. Φιληθήκαμε όλοι, Χριστός Ανέστη, Αληθώς Ανέστη, Χριστός Ανέστη, Αληθώς ο Κύριος, ξέσφιξα τη χούφτα μου, το αβγό μου ίδια φωτιά φάνηκε. 

- Χριστός Ανέστη! μου είπε ο αδερφός μου και τσουγκρίσαμε τα αβγά μας. Όπως το περίμενα, το αβγό το δικό του έσπασε. 
- Χριστός Ανέστη! είπα στη θεια-Βάσω. Τσουγκρίσαμε, κι όπως ήταν φυσικό το αβγό μου νίκησε. 
- Τσουγκράμε; μου είπε το γειτονόπουλο ο Κώστας. 
- Τσουγκράμε, είπα χαρούμενη. 
Έσφιξα το αβγό, μόνο τη μύτη άφησα να ξεπροβάλει. 
- Χριστός Ανέστη! του είπα. 
- Χριστός Ανέστη! μου είπε και τσουγκρίσαμε. Κι έγινε τότε το αβγό μου θρύψαλα, κι έγινε κι η καρδιά μου χίλια κομμάτια. Έμεινα άφωνη και κοίταζα την καταστροφή. 
- Χα, χα Χριστός Ανέστη! γέλασε το γειτονόπουλο, και με καμάρι μου’ δειξε το αβγό του. Το αβγό που ήταν ξύλινο. 

     Θυμάμαι σαν τώρα εκείνο το Πάσχα. Θυμάμαι σαν τώρα εκείνο το αβγό. Το αβγό που δε νικήθηκε σε τίμιο αγώνα. Το αβγό που νικήθηκε από μπαμπεσιά… 

   Άλλο αβγό δεν έσπασα εκείνη τη νύχτα. Η χαρά της Ανάστασης είχε χαθεί απ’ την καρδιά μου. Ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα κι ήρθε στο σπίτι μας το συγγενολόι να γιορτάσουμε. 

- Χριστός Ανέστη! μου είπε η μητέρα και μου πρότεινε το αβγό της. Για να μην την πικράνω πήγα στην πιατέλα με τα κόκκινα αβγά, πήρα ένα στην τύχη. 
- Αληθώς Ανέστη, είπα ανόρεχτα. Τσουγκρίσαμε. 

   
Και … της έσπασα το αβγό. Κοίταξα το δικό μου. Δεν ήταν στενόμακρο, δεν είχε καμιά καβγατζίδικη μύτη. Κι όμως ήταν αποδείχτηκε πως ήταν αβγό που μπορούσε να ψιθυρίσει «Ε! πιτσιρικά, εμπιστέψου εμένα. Θα νικήσουμε όλα τα αντίπαλα… αβγά της γειτονιάς!!!» και το εμπιστεύθηκα. Και δεν έσπασε, και χαρούμενα τσικ τσακ δε σπάσαμε βέβαια τα αβγά της περιοχής, αλλά όλης της φαμελιάς μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου