Πέμπτη, 17 Μαΐου 2018

"Η πετρόσουπα".

Στη βιβλιοθήκη της τάξης μας βρήκαμε την "Πετρόσουπα" , του Τζον Μουθ (εκδόσεις Άγκυρα) που μας την παρουσίασε πολύ όμορφα η συμμαθήτριά μας η Ελένη. Με την ευκαιρία τη διαβάσαμε, είδαμε τις εικόνες της και τη συνδέσαμε με την ενότητα της Γλώσσας ("του κόσμου το ψωμί") και με το πρόγραμμα Αγωγής υγείας που υλοποιούμε φέτος με τίτλο : "Με αφορμή ένα βιβλίο".

Ο Χοκ, ο Λοκ κι ο Σο διασχίζουν μια ορεινή χώρα και προσπαθούν να μάθουν τι είναι αυτό που κάνει τον άνθρωπο ευτυχισμένο. Ο δρόμος τους θα τους φέρει σ ένα χωριό, όπου οι κάτοικοί του ζούνε μέσα στο φόβο -έχουν συνέχεια κλειστά τα παραθύρια τους και ολοσκότεινα τα δωμάτιά τους. Κι αυτό γιατί πριν από κάποια χρόνια, κάποιοι τους είχαν επιτεθεί και τους είχαν βασανίσει. Κι από τότε ο καθένας από αυτούς βλέπει με δυσπιστία όχι μόνο τον κάθε ξένο που έρχεται στα μέρη τους, αλλά ακόμα και τον ίδιο τον γείτονά του.

Αλλά όταν οι τρεις καλόγεροι τους μαθαίνουν πώς φτιάχνεται μια πετρόσουπα, τότε οι χωρικοί ανακαλύπτουν πόσα πράγματα ο καθένας τους έχει να προσφέρει στους άλλους, αλλά και πόσα μπορεί να πάρει ως ανταπόδοση.

Ένα παραμύθι από την Ανατολή, που μιλά για τη δύναμη και τη σημαντικότητα της προσφοράς.


Από κριτική της συγγραφέως Ελένης Σαραντίτη. 

Ηταν μια φορά ο Χοκ, ο Λοκ και ο Σο. Μοναχοί Ζεν. Βάδιζαν και συνομιλούσαν, ανηφόριζαν τα μονοπάτια του πανύψηλου βουνού κι έλεγαν για τον ήλιο και για τις ωραίες πράξεις και για τόσα άλλα, ώσπου κάποτε άρχισαν να απορούν τι τάχα να είναι αυτό που κάνει τον άνθρωπο ευτυχισμένο. Αραγε τι; Και είπε ο πιο σοφός να το ερευνήσουν. Και περπατούσαν και στοχάζονταν. Εως ότου έφθασαν σ ένα χωριό. Τόπο αφιλόξενο, με κατοίκους απομονωμένους κι επιφυλακτικούς. Μα αυτή η επιφύλαξη οφειλόταν στα βάσανα που τους είχαν βρει από τις επιδρομές φύσης και ανθρώπων. Καχύποπτοι, σαν είδαν τους τρεις μοναχούς, όχι μόνο δε τους καλωσόρισαν, αλλά μπήκαν στα σπίτια τους και κλειδαμπαρώθηκαν. Κι έσβησαν τα φώτα και κώφευαν όταν έκρουαν το ρόπτρο τους οι ταξιδευτές. Οι οποίοι «οι άνθρωποι εδώ δεν γνωρίζουν τι σημαίνει ευτυχία!» είπαν. Και ο γερο-Σο, ο σοφότερος από τους τρεις, με μάτια που έλαμπαν από γνώση και καλοσύνη: «Ναι, αλλά εμείς σήμερα θα τους δείξουμε πώς μπορούν να φτιάξουν μια πετρόσουπα». Και αμ έπος αμ έργον. Αναψαν φωτιά κι έβαλαν στη χύτρα νεράκι της πηγής με τις απαραίτητες πέτρες για τη σούπα και η πετρόσουπα άρχισε να βράζει και έως ότου αυτή ετοιμαστεί οι χωρικοί είχαν ανοίξει πορτοπαράθυρα, είχαν βγει περίεργοι να μάθουν πώς γίνεται μια σούπα από πέτρες, να γυρέψουν τη συνταγή ίσως, στην αρχή παραξενεμένοι, μα έπειτα συμμέτοχοι. Διότι όταν ένας μοναχός είπε πως θα γινόταν πιο εύγεστη η σούπα αν πρόσθεταν αλατοπίπερο, έτρεξε κι έφερε κάποιος από τους μέχρι τότε εχθρικούς κατοίκους, κι όταν ύστερα από λίγο άλλος μοναχός αναστέναξε για λίγα καρότα, μια γυναίκα έσπευσε. Κι ένας γεωργός κουβάλησε κρεμμύδια κι άλλος μανιτάρια. Λάχανα, μπιζέλια, παντζάρια, σέλινο, καλαμπόκι, ντομάτες και μαϊντανό, πατάτες και φασόλια. Τυρί τριμμένο. Α, σούπα για βασιλιάδες...

Και δεν ήταν πλέον πετρόσουπα. Ηταν η ωραιότερη σούπα που έγινε ποτέ, καθώς την έφτιαξαν όλοι μαζί. Για να τη μοιραστούν όλοι. Ηταν όμορφα με τις μυρωδιές από τη χύτρα και τα φιλικά βλέμματα. Και με το τεράστιο τραπέζι και τα χρωματιστά φαναράκια, τα γλυκά και τις πίτες και τα τραγούδια. Μια υπέροχη συνεστίαση έπειτα από πολλά χρόνια αποξένωσης, μια βραδιά που υποσχόταν πολλά: φιλίες και καλή γειτνίαση, ευθυμία και καλοκαρδίσματα.

Μες στις ευχαριστίες μικρών και μεγάλων αναχώρησαν οι μοναχοί. «Το να είναι κανείς ευτυχισμένος είναι τόσο απλό όσο και το να φτιάξει μια πετρόσουπα», είπαν οι ταξιδιώτες γνωρίζοντας τώρα «τι είναι αυτό που κάνει κάποιον ευτυχισμένο».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου