Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2018

«Ο Κροίσος και ο Σόλωνας»

Κάπου 550 χρόνια πριν γεννηθεί ο Χριστός βασίλευε στη Λυδία της Μικράς Ασίας ο Κροίσος. Ο βασιλιάς αυτός ήταν φημισμένος για τη μεγάλη του δύναμη και τα αμύθητα πλούτη του. Γι’ αυτό και λογάριαζε τον εαυτό του το πιο ευτυχισμένο άνθρωπο στον κόσμο. 


Εκείνο τον καιρό ζούσε στην Αθήνα ένας από τους μεγάλους σοφούς της Ελλάδας ο Σόλωνας. Λένε πως, όταν ο Σόλωνας ταξίδευε κάποτε στα μέρη της Μικράς Ασίας ο βασιλιάς τον κάλεσε να τον επισκεφθεί. Ύστερα από κάμποσες μέρες ταξίδι ο Σόλωνας έφτασε στις Σάρδεις την πρωτεύουσα της Λυδίας. Ο Κροίσος τον δέχτηκε φιλικά και του έδειξε τους άπειρους θησαυρούς του. Νόμιζε πως τα πλούτη του θα θάμπωναν τον φτωχό Έλληνα σοφό. Και αφού ο Σόλωνας γύρισε τα λαμπρά ανάκτορα και θαύμασε τους θησαυρούς του βασιλιά, ο Κροίσος τον ρώτησε: 

- Ξένε μου γνώρισες ποτέ πιο ευτυχισμένο άνθρωπο από μένα; 

- Γνώρισα αποκρίθηκε ο Σόλωνας. Γνώρισα τον Τέλλο από την Αθήνα. 

Ο Κροίσος παραξενεύτηκε και ρώτησε : 

- Ήταν βασιλιάς αυτός ο Τέλλος; 

- Όχι, ήταν απλός πολίτης. Αλλά έζησε έτοιμη και παραδειγματική ζωή. Έδωσε στα παιδιά του άριστη ανατροφή και τελείωσε τη ζωή του δοξασμένα, γιατί πέθανε πολεμώντας τους εχθρούς της πατρίδας του. 

Ο βασιλιάς δεν περίμενε τέτοια απάντηση και ξαναρώτησε αν εκτός από τον συμπατριώτη του τον Τέλλο γνώριζε άλλον άνθρωπο πιο ευτυχισμένο. 

- Ναι απάντησε και πάλι ο Σόλωνας. Γνώρισα δύο αδέρφια τον Κλέοβη και τον Βίτωνα από την πόλη Άργος. 

- Είχαν τους θησαυρούς που έχω εγώ; 

- Όχι αλλά όλοι οι συμπολίτες τους τους θαύμαζαν για την αρετή τους, την αδελφική τους αγάπη και για την αφοσίωση που είχαν στη γριά μητέρα τους. Αυτή ήταν ιέρεια στο Ναό της θεάς Ήρας. Λένε λοιπόν πως κάποτε η μητέρα τους έπρεπε να πάει στο ναό για κάποια γιορτή της Ήρας. Ο ναός βρισκόταν μακριά και αυτή έπρεπε να πάει με το ιερό βοϊδάμαξο. Αλλά τα βόδια που θα το τραβούσαν αργούσαν να φανούν από τη βοσκή. Τότε τα δύο αδέρφια ζεύτηκαν αυτά το αμάξι και έφεραν τη μητέρα τους στο ναό. Για την πράξη τους αυτή οι άνθρωποι τους παίνεσαν πολύ. Μετά τη γιορτή έπεσαν κατάκοποι, καθώς ήταν από το δρόμο, να κοιμηθούν μέσα στο ναό και δεν ξύπνησαν ποτέ. Έτσι τιμημένα τελείωσε η ζωή τους. 

Ο Κροίσος δυσαρεστήθηκε από την κρίση του Σόλωνα και φώναξε θυμωμένος : 

- Τόσο λίγο λογαριάζεις τη δική μου ευτυχία ώστε να μην με θεωρείς καλύτερο ούτε από τους κοινούς ανθρώπους; 

Ο Σόλωνας δεν αγαπούσε να κολακεύει και μίλησε με θάρρος στον βασιλιά: 

- Βλέπω βασιλιά πως είσαι πλούσιος και έχεις εξουσία πάνω σε πολλούς υπηκόους. Μα δεν μπορώ να πω αν είσαι ο πιο ευτυχισμένος από τους ανθρώπους, προτού μάθω ότι η ζωή σου τελείωσε καλά. Γιατί την ευτυχία δεν τη δίνει ο πλούτος. Και απ’ όσα βλέπουμε η ζωή του ανθρώπου είναι αβέβαιη από τη μια μέρα στην άλλη. Πολλούς ο Θεός έκανε ευτυχισμένους όμως έπειτα τους οδήγησε στην καταστροφή. Γι’ αυτό και κανένα άνθρωπο δεν πρέπει να μακαρίζουμε πριν τελειώσει η ζωή του. 

Τα σοφά λόγια του Σόλωνα δεν φρονημάτισαν τον περήφανο βασιλιά της Λυδίας και ο σοφός Αθηναίος έφυγε από το παλάτι του δίχως βασιλικά δώρα και δίχως τιμές, όπως ήταν τότε η συνήθεια. 

Ύστερα από λίγα χρόνια ο Κροίσος άνοιξε πόλεμο με το γειτονικό κράτος των Περσών. Οι Πέρσες είχαν καλούς βασιλιάδες και ο Κροίσος είχε φοβηθεί μήπως γίνουν πολύ δυνατοί και του πάρουν το βασίλειο. 

Μα η τύχη το έφερε ανάποδα και νικήθηκε. Οι Πέρσες πήραν τις Σάρδεις, την πρωτεύουσα του, και αυτόν τον έπιασαν αιχμάλωτο. Μέσα σε λίγες βδομάδες ο Κροίσος έχασε το βασίλειο του μαζί με τους θησαυρούς που τόσο καμάρωνε γι’ αυτούς. Σαν να μην έφτανε αυτό κινδύνεψε να χάσει και τη ζωή του. Γιατί ο βασιλιάς των Περσών, ο Κύρος, πρόσταξε να τον κάψουν ζωντανό μπροστά του. 

Τη στιγμή που τον ανέβαζαν στη φωτιά ο Κροίσος θυμήθηκε τα λόγια του Σόλωνα και απελπισμένος αναστέναξε βαθιά φωνάζοντας 

- Ω! Σόλωνα! Σόλωνα! Σόλωνα! 

Τ’ άκουσε ο Κύρος και ρώτησε να μάθει ποιος ήταν αυτός που το όνομά του φώναξε ο αιχμάλωτος. Η φωτιά είχε ανάψει για καλά. Ο Κροίσος ζούσε τις τελευταίες στιγμές της ζωής του. Και ενώ οι φλόγες μεγάλωναν γύρω του, διηγήθηκε τη συνάντησή του με τον Σόλωνα και τα όσα είχε ακούσει απ’ αυτόν για τη μοίρα του ανθρώπου. 

Και τότε έγινε το θαύμα. Ο Κύρος μεμιάς ένιωσε την αλήθεια πού έκρυβαν τα λόγια του Σόλωνα. Αν και νικητής και παντοδύναμος τη στιγμή εκείνη, σκέφτηκε πως και αυτός είναι άνθρωπος και μπορεί κάποτε να δυστυχήσει. 

Πρόσταξε και κατέβασαν αμέσως τον Κροίσο από τη φωτιά και του χάρισε τη ζωή. Έτσι ο σοφός Σόλωνας και τον Κροίσο έσωσε και τον Κύρο φρονημάτισε. 

Φράση που έμεινε από αυτή την ιστορία: «Μηδένα προ του τέλους μακάριζε» (= πριν δεις το τέλος της ζωής κάποιου, μην τον λες ευτυχισμένο).



(Από το βιβλίο «Τα χελιδόνια» μέρος τρίτο. Ανθολόγιο για τους μαθητές των τμημάτων μητρικής γλώσσας. Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, ΟΕΔΒ, 1994.)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου